Ασωτεία και Μετάνοια Ο λεγόμενος στην σημερινή ευαγγελική περικοπή άσωτος υιός είναι ένας από εμάς, ή καλύτερα εμείς είμαστε κατά την διάρκεια του επιγείου βίου μας οι άσωτοι υιοί. Ο συγκεκριμένος υιός δύναται κρινόμενος από τα έργα του σε σχέση με τους άλλους και συγκεκριμένα με τον πατέρα του
να ονομαστεί και άσωτος αλλά και μετανοών.
   Κάθε άνθρωπος διακατέχεται από το συναίσθημα της επιθετικότητας έναντι του πατέρα και με την απομάκρυνσή του από την πατρική εστία τούτο δεικνύει και ο άσωτος υιός, αλλά και κάθε άνθρωπος σήμερα που απομακρύνεται από την κοινωνία της αγάπης με το Θεό.
   Η απομάκρυνση αυτή έχει και τις επιπτώσεις της γιατί όταν φεύγεις από μια αγαπητική σχέση τα αποτελέσματα αυτής της φυγής είναι οδυνηρά για όλη την ψυχοσωματική ύπαρξη του ανθρώπου. Το πρόβλημα βεβαίως δεν είναι αυτή καθαυτή η απομάκρυνση, αλλά η αλλαγή του τρόπου ζωής. Έφυγες από μια κατάσταση ηρεμίας, γαλήνης, ασφάλειας και βρέθηκες σε μια κατάσταση αγωνίας, ανησυχίας και πόνου.
    Όπως ο λεγόμενος άσωτος υιός στην κατάσταση της στέρησης και του λιμού που βρέθηκε δεν ήταν δυνατόν να μείνει για πολύ. Η κοιμισμένη συνείδηση του αφυπνίστηκε. Και συνήλθε, έριξε ένα περίτρομο βλέμμα γύρω του και στο νου του ήρθαν τρεις εικόνες, το παρελθόν,, το παρόν και το μέλλον της ζωής του. Είδε το παρελθόν του και αναλογίστηκε πόσο χαρούμενος και ευτυχισμένος ήταν, αλλά δεν το κατανοούσε, είδε το παρόν του και τον κατέλαβε φρίκη βλέποντας, ότι πριν ήταν ελεύθερος τώρα είναι δούλος, πριν ήταν υιός τώρα χοιροβοσκός. Πριν ήταν χρυσοφόρος, τώρα ρακένδυτος, πριν ήταν χορτασμένης, τώρα πειναλέος, πριν ήταν κύριος τώρα υπηρέτης. Έπειτα σκέφτηκε το μέλλον του. Τι να κάνει να χτυπήσει το κεφάλι του στον τοίχο της απογνώσεως ; Δεν είναι δυνατόν να συνεχιστεί έτσι η ζωή του γιατί σύντομα θα έλθει ο θάνατος. Καλύτερα λοιπόν να επιστρέψει στον πατέρα του γιατί σκέφτηκε, ότι ο πατέρας του όσο και αν πικράθηκε με τον χωρισμό και πάλι πατέρας είναι. Έλαβε την απόφασή του : Θα σηκωθώ και θα πάω στον πατέρα μου και θα ζητήσω συγγνώμη. Έκανα λάθος γιατί φέρθηκα εγωιστικά τον παραπίκρανα και αποφάσισα πλέον να γίνω πάλι δούλος, αλλά δούλος του, δούλος της αγάπης του.
   Αφού η νεανική του έπαρση και η αντίδραση προς τον πατέρα ικανοποιήθηκε με την απομάκρυνση, η αγάπη του εκδηλώνεται με την μετάνοια του.
   Ο άλλος αδελφός, ο μεγαλύτερος, ο καλός, ο υπάκουος βλέποντας την αγάπη που δείχνει ο πατέρας στον επιστρέφοντα στην πατρική αγκαλιά παραστρατημένο αδελφό του δυσανασχετεί. Πρόκειται για τους ανθρώπους αυτούς σήμερα, οι οποίοι θεωρούν τους εαυτούς τους τέλειους, συνεπείς, ηθικούς και μάλιστα πιστεύουν, ότι αυτοί έχουν την αποκλειστικότητα της αγαπητικής σχέσης με τον πατέρα και τους άλλους.
   Ο πατέρας όμως θέλοντας την συμμετοχή όλων στην χαρά του και στην χαρά του μετανοούντος υιού του τελεί πανηγύρι. Τελεί ένα γεύμα χαράς, στο οποίο μετέχει ο ίδιος και μέχρι σήμερα μετέχουν όχι όσοι θεωρούν τους εαυτούς τους αυτάρκεις, αλλά όσοι θεωρούν τους εαυτούς τους ανεπαρκείς και αμαρτωλούς εν μετανοία. Σε αυτό το δείπνο δεν μετέχει γιατί αρνείται επιλέγοντας την διαμαρτυρία ο μεγαλύτερος υιός ο αυτάρκης, ο εγωιστής.
   Έτσι και στην ορθόδοξη χριστιανική εκκλησιαστική σύναξη σήμερα μετέχουν όλοι όσοι θεωρούν τους εαυτούς τους ανεπαρκείς, λαθεμένους και ενωμένοι όλοι με την συμμετοχή τους στο κοινό ποτήριο μετέχουν στην χαρά του Πατέρα. Αντίθετα οι λεγόμενοι καλοί χριστιανοί, οι τέλειοι, οι αυτάρκεις, αυτοί που τα ξέρουν όλα, αυτοί που ελέγχουν ακόμη και τον Πατέρα για τα έργα του, όπως έκανε ο μεγαλύτερος υιός της παραβολής, αυτοί απομακρύνονται από την ευχαριστιακή σύναξη και με έργα και πράξεις μίσους προσπαθούν να διαλύσουν αυτή και να επιβάλλουν την ηθική καθαρότητα τους και την μέχρι τώρα συμφεροντολογική υπακοή τους δημιουργώντας ομάδες και φατρίες.
   Όμως η βασιλεία του Χριστού η Εκκλησία είναι χώρος όλων και όχι χώρος του καθενός μας είναι χώρος όλων των μετανοούντων ασώτων και όχι των αμετανόητων εγωκεντρικά κλεισμένων στον εαυτό τους που θεωρούν την ύπαρξη τους σεσωσμένη. Στην ευχαριστιακή σύναξη γίνεται πραγματικότητα ότι η μετάνοια δεν είναι ατομική υπόθεση αλλά εκκλησιαστική.
Γράφει Ιωάννης Π. Μπουγάς, Θεολόγος