Συνολικές προβολές σελίδας

***Συνεχώς Νέα Άρθρα***Κοινοποιήσετε τα Άρθρα που σας Αρέσουν***

Μετάφραση / Translation

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Ναοί και Μοναστήρια της Λέσβου


H ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ

Πρωτοχριστιανική Περίοδος

Ήταν στα μέσα του 1ου αιώνα, όταν ο απόστολος Παύλος, ερχόμενος από την Τρωάδα και κατευθυνόμενος στα Ιεροσόλυμα, διέμεινε για μια νύχτα στη Μυτιλήνη. Όσο κι αν το συγκεκριμένο χωρίο από τις Πράξεις των Αποστόλων οδήγησε κάποιους ιστορικούς στην έκφραση της τιμητικής για το νησί απόψεως ότι η Λέσβος γνώρισε τον χριστιανισμό από τον ίδιο τον απόστολο των Εθνών, η μελέτη όσων το κείμενο περιέχει, αλλά και όσων δεν αναφέρει, αποδεικνύει ότι η διάδοση του Σταυροαναστάσιμου μηνύματος δεν είναι έργο της πρώτης εκατονταετίας.

Το ότι ο Παύλος, υπό την πίεση κα του χρόνου, καθώς ήθελε να βρίσκεται στα Ιεροσόλυμα την Πεντηκοστή, ,διέμεινε μόνο μία νύχτα στη Μυτιλήνη, σημαίνει ότι δεν κήρυξε το λόγο του Θεού. Το ότι μάλιστα επέλεξε να μην μείνει παραπάνω, αποδεικνύει ότι θεώρησε το περιβάλλον μη δεκτικό για την αναγγελία του. Πιθανότατα, η σημαντικότερη αιτία για την καθυστέρηση στη διάδοση του χριστιανισμού στη Λέσβο ήταν η έντονη καισαρολατρεία που επικρατούσε στο νησί.

Το σημαντικότερο τεκμήριο είναι τα παλαιοχριστιανικά μνημεία του νησιού. Η χρονολόγηση των παλαιοτέρων από αυτές στα μέσα του 5 ου αιώνα και η αξιολόγηση των αρχιτεκτονικών και διακοσμητικών τους στοιχείων έχει οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι τότε υπάρχει σαφώς οργανωμένη χριστιανική κοινωνία, κάτι που με τη σειρά του σημαίνει ότι η διάδοση του χριστιανισμού θα πρέπει να τοποθετηθεί στους πρωτοβυζαντινούς χρόνους. Η παλαιότερη πάντως ιστορική μαρτυρία περί της λειτουργίας Ορθόδοξης κοινότητας στο νησί είναι η συμμετοχή του Επισκόπου της Ευαγρίου στη Σύνοδο της Σελεύκειας, το έτος 359.
Το θέμα της διαδόσεως του χριστιανισμού στη Λέσβο, και ιδίως το γεγονός ότι απαντάται βάσει των καρπών της έρευνας επί του μνημειακού πλούτου της εποχής, επιβάλλει εξ αρχής την αντιμετώπιση των μνημείων όχι απλώς ως αντικειμένων ψυχρής μελέτης, αλλά ως κατόπτρων, στα οποία διακρίνονται κάποιες τουλάχιστον από τις ψηφίδες που σχηματίζουν το μωσαϊκό του παρελθόντος της Λέσβου.

5ος - 8ος αιώνας

Η συνολική του εικόνα, η Εκκλησιαστική Ιστορία του νησιού – και επομένως και της Μητροπόλεως Μυτιλήνης – δεν έχει μελετηθεί ακόμη ενδελεχώς, καθώς δεν έχουν αξιοποιηθεί στο έπακρο οι ούτως ή άλλως πενιχρές πηγές, ιδίως για την πρώτη χιλιετία, αλλά και γενικότερα μέχρι το τέλος της βυζαντινής περιόδου. Στο πλαίσιο αυτό η ζωντανή μαρτυρία των μνημείων αποτελεί πολύτιμη άμεση και έμμεση συνεισφορά της ιστορίας στην ιστοριογραφία. Η αρχιτεκτονική και η εσωτερική διαμόρφωση των εκκλησιών, οι τοιχογραφίες τους, οι φορητές εικόνες και τα λατρευτικά αντικείμενα που έχουν αποθησαυριστή σ' αυτές, οι γραπτές πηγές που διασώζονται στις βιβλιοθήκες και στα αρχεία τους παρέχουν πρωτογενές υλικό προς καταγραφή και μελέτη.

Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Η επικέντρωση του ειδικού μελετητή ή του απλού ενδιαφερόμενου σε συγκεκριμένες λεπτομέρειες ρίχνει ακτίνες φωτός σε έναν ολόκληρο κόσμο, του οποίου μεμονωμένο (αλλά κάποιες φορές κεντρικό) σημείο αποτελούν τα ίδια τα μνημεία. Αυτή η πορεία «από τους μέρους εις το όλον» είναι πιο βατή στις περιπτώσεις των μνημείων της Οθωμανοκρατίας, όχι μόνο επειδή διευκολύνεται και από την παράλληλη αξιοποίηση αρχειακών και βιβλιογραφικών πηγών, αλλά κυρίως επειδή τότε ολόκληρη η κοινωνική ζωή σχετιζόταν με το ναό, ως επίκεντρο της χριστιανικής κοινότητας, όπως θα δούμε παρακάτω.

Ακόμη όμως και οι προφορικές παραδόσεις ή και οι θρύλοι που συνοδεύουν τα μνημεία κρύβουν μέσα τους ψήγματα ιστορικής αλήθειας και είναι υλικό προς (προσεκτική και κάποτε επιφυλακτική) αξιοποίηση. Ας αναφέρουμε το παράδειγμα της αγίας Αυτοκράτειρας Ειρήνης της Αθηναίας, η οποία εξορίστηκε στη Λέσβο, όπου και πέθανε το 803. Η παραμονή της στο νησί έχει συνδεθεί με διαφόρους τόπους και μνημεία, καθώς θρύλοι και προφορικές παραδόσεις τη συνδέουν π.χ. με την ίδρυση της Μονής Υψηλού, της Παναγίας της Τρουλωτής και της Παναγίας της Αγιάσου. Πίσω όμως από όλους αυτούς τους θρύλους κρύβεται η ιστορική αλήθεια, ότι η διαμονή στη Λέσβο της Αυτοκράτειρας, η οποία πρωτοστάτησε στην αναστήλωση των εικόνων κατά την Ζ' Οικουμενική Σύνοδο του έτους 787, συνέβαλε σίγουρα στο να αναπτυχθεί ακόμη περισσότερο το εικονόφιλο πνεύμα, γνωστό άλλωστε από τη δράση Λεσβίων πρωταγωνιστών στον αγώνα κατά της Εικονομαχίας, όπως ο άγιος Γεώργιος Αρχιεπίσκοπος Μυτιλήνης και ο όσιος αδελφός του Συμεών ο Στυλίτης.

Ας επιτραπεί όμως στο σημείο αυτό μια όσο το δυνατόν πιο σύντομη αναφορά σε κάποιες πτυχές της λεσβιακής εκκλησιαστικής ιστορίας, προκειμένου να ιχνογραφηθεί μια γενική εικόνα, στην οποία εντάσσεται η ίδρυση των μνημείων, η ιστορία τους και , κυρίως, η σχέση τους με το κοινωνικό περιβάλλον.

Ίδρυση Ορθόδοξης Εκκλησίας - 8ος αιώνας

Από την ίδρυση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Λέσβο και μέχρι τα τέλη του 5ου αιώνα, ολόκληρο το νησί αποτελούσε μία Επισκοπή, η οποία καταγράφεται στις πηγές άλλοτε ως Επισκοπή της Λέσβου κα άλλοτε της Μυτιλήνης. Στη διοικητική και πνευματική ευθύνη της ανήκαν και γειτονικές περιοχές, όπως της Προσελήνης και των Αιγιαλών, στην απέναντι Μικρά Ασία, καθώς επίσης και της Τενέδου. Στις αρχές του 6ου αιώνα απαντά στις πηγές και η Επισκοπή Μηθύμνης, στοιχείο που αποτελεί έμμεση απόδειξη ότι το χριστιανικό πλήρωμα είχε αυξηθεί τόσο, ώστε να μην είναι αρκετή η ύπαρξη της μία Επισκοπής.

Στο διάβα του χρόνου οι πληθυσμιακές διαφοροποιήσεις και οι εσωτερικές ανάγκες της τοπικής Εκκλησίας, σε συνδυασμό και με τις διοικητικές αλλαγές στον ευρύτερο πολιτικό και εκκλησιαστικό χάρτη, οδήγησαν στην αναβάθμιση της Επισκοπής Μυτιλήνης σε Μητρόπολη. Παράλληλα, σε διάφορες περιόδους θεωρήθηκε σκόπιμο να δημιουργηθούν εντός των ορίων της (και άλλοτε βεβαίως να καταργηθούν) μικρότερες Επισκοπές, η λειτουργία των οποίων είχε ως στόχο την ευχερέστερη υλοποίηση του λατρευτικού, πνευματικού και κοινωνικού έργου της Μητροπόλεως.

Ο αριθμός των Επισκοπών αυτών ποίκιλε κατά περιόδους, όπως άλλωστε και οι ονομασίες τους. Όταν οι καιροί επέβαλλαν τη διάλυσή τους, οι Επισκοπές αυτές συγχωνεύονταν με τη Μητρόπολη Μυτιλήνης. Δύο από αυτές, οι Επισκοπές Ερεσού και Πλωμαρίου, μετά τη διάλυσή τους εμπλούτισαν όχι μόνο το πλήρωμα αλλά και τον τίτλο της Μητροπόλεως, που στην πλήρη μορφή του είναι «Μυτιλήνης, Ερεσού και Πλωμαρίου».

Η εξέταση των μνημείων και της ιστορίας της Λέσβου παρουσιάζει ένα τεράστιο κενό κατά τη βυζαντινή περίοδο. Από τις παλαιοχριστιανικές βασιλικές του 5 ου και του 6ου αιώνα πρέπει να φτάσουμε στην υστεροβυζαντινή περίοδο για να συναντήσουμε το ναό της Παναγίας Τρουλλωτής στους Πύργους Θερμής. Το ενδιάμεσο κενό καλύπτεται από αναφορές χρονογραφικών, ιστορικών και αγιολογικών κειμένων της εποχής, τα οποία όμως μόνο ψήγματα ιστορίας προσφέρουν.

9ος μέχρι τον 11ος αιώνας

Από αυτά γνωρίζουμε π.χ. ότι κατά την περίοδο από τον 9ο μέχρι τον 11ο αιώνα η Λέσβος αποτέλεσε τόπο εξορίας εξεχουσών προσωπικοτήτων της Κωνσταντινουπόλεως: η αυτοκράτειρα Ειρήνη η Αθηνά, ο Συμεών Μάγιστρος, ο Ιγνάτιος Ραγκαβέ, ο Νικόλαος Στουδίτης, ο Στέφανος και ο Κωνσταντίνος ορφανοτρόφος και ο Κωνσταντίνος ο Μονομάχος εξορίστηκαν από τους αντιπάλους τους στη Λέσβο, όπου κατάφυγε όταν παραιτήθηκε και ο Θεόδωρος Δούκας Λάσκαρις. Δυστυχώς, από την παραμονή τόσων σημαντικών προσώπων δεν έχει διατηρηθεί στο νησί κανένα μνημείο ή ναός, που να θυμίζει την παρουσία τους.

Πολύτιμο ιστορικά κείμενο αποτελεί ο βίος των τριών αδελφών οσίων Δαβίδ, Συμεών και Γεωργίου, οι οποίοι έζησαν και έδρασαν στην περίοδο από το 717, όταν γεννήθηκε ο μεγαλύτερος των αδελφών, ο Δαβίδ, έως το 840, έτος κοιμήσεων του Γεωργίου. Ένα από τα σημαντικά ιστορικά στοιχεία που παρέχει ο βίος τους είναι το ότι καταγράφει τη λειτουργία μονών και μονυδρίων στην περιοχή της Μυτιλήνης, αποτελώντας την παλαιότερη σχετική μαρτυρία.

Για την ίδρυση μονών κατά τη διάρκεια της Εικονομαχίας, και δη κατά τις πρώτες δεκαετίες του 9ου αιώνα, κάνουν λόγο και τα στοιχεία της προφορικής παραδόσεως. Μιας παραδόσεως που θέλει τη Μονή Υψηλού και το μοναστήρι της Παναγίας στην Αγιάσο να ιδρύονται ακριβώς αυτή την περίοδο.

13ος - 14ος αιώνας

Πρέπει να περάσουν πέντε σχεδόν αιώνες για να συναντήσουμε τα επόμενα τεκμήρια περί του λεσβιακού μοναχισμού. Αυτή τη φορά δεν πρόκειται περί γραπτών πηγών, αλλά περί μνημειακών μαρτυριών. Τόσο στην περιοχή της Γέρας, όσο και στην περιοχή της Θερμής, η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως λείψανα δύο βυζαντινών μοναστηριών. Πρόκειται γα τις μονές, όπου έζησαν τα τελευταία χρόνια της ζωής τους ο Επίσκοπος Άσσου όσιος Γρηγόριος και ο άγιος Ραφαήλ αντίστοιχα. Κατά τα δύο μοναστήρια βρισκόταν σε λειτουργία στις αρχές του 13 ου αιώνα. Στη δεύτερη περίπτωση, μάλιστα, τα αρχαιολογικά ευρήματα προχωρούν σε παλαιότερες περιόδους, καθώς βρέθηκαν στο ίδιο σημείο και λείψανα παλαιοχριστιανικού ναού.

Συμπληρωματικά ως προς τη διάδοση του μοναχισμού στη Λέσβο κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο λειτουργούν και διάφορα πατριαρχικά έγγραφα του 13ου και του 14 ου αιώνα (εκδεδομένα στη συλλογή Acta et Diplomata Graeca Medii Aevi των Fraciscus Miclosich και Iosephus Muller ). Με κάποια από τα έγγραφα αυτά η Σύνοδος του Πατριαρχείου παρεμβαίνει, προκειμένου να επιλυθούν προβλήματα σχετικά με τη διοίκηση κάποιων μοναστηριών στην περιοχή της Μητροπόλεως Μυτιλήνης, κάτι που αποτελεί σαφή ένδειξη ότι ο κοινοβιακός μοναχισμός είχε πλέον αναπτυχθεί οργανωμένα και συστηματικά στην περιοχή, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε να αποτελούν τα μοναστήρια αντικείμενο διεκδικήσεων και αντιπαλοτήτων.

Από το 1355 έως το 1462 η Λέσβος διοικήθηκε από τη γενοβέζικη οικογένεια των Γατελούζων, καθώς δόθηκε ως προίκα από τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ιωάννη Ε' Παλαιολόγο στον Φραγκίσκο Γατελούζο, όταν ο τελευταίος νυμφεύτηκε την αδελφή του αυτοκράτορα Μαρία. Κατά τη διάρκεια της λατινικής ηγεμονίας η τοπική Εκκλησία δεν αντιμετώπισε προβλήματα, καθώς οι Γατελούζοι διοίκησαν συνετά, σεβόμενοι τις ελευθερίες και τα δικαιώματα των κατοίκων.

Η περίοδος αυτή όμως είναι και η εποχή κατά την οποία η μάστιγα των πειρατικών και των κουρσάρικων επιδρομών χτυπά αλύπητα τα νησιά του Αιγαίου, και κυρίως τις μονές, ιδίως τις χτισμένες κοντά στα παράλια. Το καταστροφικό έργο των επιδρομέων συμπληρώνεται και από φυσικές καταστροφές, με κυριότερες αυτές που προκαλούνται από τη σεισμική δραστηριότητα της περιοχής. Αυτοί είναι και οι βασικοί λόγοι για τη διάλυση κάποιων από τα μοναστήρια της Λέσβου.

Μετά την κατάληψη του νησιού από τους Οθωμανούς, το 1462, οι πληροφορίες αρχίζουν – όπως είναι φυσικό – να πληθαίνουν. Ήταν όμως τέτοιες οι συνθήκες της αλώσεως (με την έντονη αντίσταση των κατοίκων, η οποία επέφερε την εκδικητική μανία των κατακτητών), ώστε η πρώτη περίοδος της Οθωμανοκρατίας να παρουσιάζει εικόνα ερημώσεως, ιδίως των μοναστηριών, κάτι που γενικά εκλαμβάνεται ως απόδειξη του ότι η άλωση του νησιού απετέλεσε τη χαριστική βολή του μοναχικού βίου μετά τους βαρείς τραυματισμούς των θεομηνιών και των αιματηρών επιδρομών.

15ος - 18ος αιώνας

Ίσως όμως η εικόνα της ερημώσεως των μονών κατά τα τέλη του 15ου και τις αρχές του 16 ου αιώνα να μην οφείλεται αποκλειστικά στις τρεις αυτές βασικές παραμέτρους. Ο Μητροπολίτης Μηθύμνης Γαβριήλ Σουμαρούπα (1618 – 1621) αναφέρει στο έργο του Περιγραφή της Λέσβου ότι κάποια μοναστήρια διαλύθηκαν εξ αιτίας κακοδιαχειρίσεως και όχι δια της βίας («ηρημώθησαν δε κακείνα υπό κακής οικονομίας και προαιρέσεως τινών χαιρεκάκων μοναχών γραικών μάλλον ή των αγαρηνών»), κάτι που φαίνεται λογικό να ίσχυσε για κάποιες τουλάχιστον μονές.

Με το πέρασμα του χρόνου το χριστιανικό πλήρωμα στέκεται στα πόδια του. Διατηρεί τους μικρούς ναούς των χωριών και των οικισμών και σιγά σιγά τους βελτιώνει, ενώ παράλληλα ανοικοδομεί τα μοναστήρια, ήδη από το πρώτο μισό του 16 ου αιώνα. Όταν οικονομικές και πολιτικές συνθήκες το επιτρέπουν, από τον 18 ο αιώνα και μετά, ορθώνονται νέοι μεγαλοπρεπείς ναοί οι περισσότεροι από τους οποίους σώζονται μέχρι σήμερα, μεταφέροντας μαζί τους μια ολόκληρη εποχή.

Ο βασικός αυτός κορμός της εκκλησιαστικής ιστορίας του νησιού κοσμείται από πυκνό φύλλωμα και εύχυμους καρπούς, παραδεδομένους ως επιμέρους θεολογικά εκκλησιαστικά και βιογραφικά στοιχεία, κάποια από τα οποία έχουν προκαλέσει ήδη το ενδιαφέρον πολλών και αξιόλογων ερευνητών κα έχουν προβληθεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο

Ο μοναχισμός στη Λέσβο

Ο μοναχικός βίος στη Λέσβο εισήχθη πριν από τον 9ο αιώνα. Αυτό συνέβη, διότι οι διάφοροι υποστηρικτές του μοναχικού θεσμού καταδιωκόμενοι εκ της Κωνσταντινουπόλεως, λόγω της εικονομαχικής έριδας, κατέφθασαν στη Λέσβο ιδρύοντας Μονές. Βεβαία, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την ύπαρξη του Μοναχισμού και πριν από τον 9ο αιώνα. Αρχαιολογικές ενδείξεις, αλλά και τεκμήρια αντλημένα ως επί το πλείστον από τα συναξαριακά κείμενα, καταδεικνύουν πως ο Μοναχισμός εμφανίστηκε στη Λέσβο πολύ νωρίς. Πλήρη όμως ανάπτυξή του, με παράλληλη ίδρυση βέβαια Μονών, υφίσταται μετά τον 13ο αιώνα, όπως μαρτυρούν σχετικά πατριαρχικά γράμματα. Περιώνυμες Μονές, όπως του οσίου Γεωργίου, του αγίου Μηνά των Κάτω Πτωμαίων, του οσίου Γρηγορίου, των Αρίστων, των οσίων Πατέρων Δαφνέας, του αγίου Ανδρέου Γλίστρας, της Υπεραγίας Θεοτόκου της Οδηγήτριας, καθώς επίσης και η περίφημες Μονές του αγίου Ιγνατίου Αγαλλιανού, της Παναγίας Μυρσινιωτίσσης, της Περιβολής, του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου (Υψηλού), του Πιθαρίου, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Δαμανδρίου), των Ταξιαρχών Μανδαμάδου, που οι περισσότερες ιδρύθηκαν κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, είναι οι αψευδείς μάρτυρες της προσφοράς του μοναχικού βίου στο λαό της Λέσβου σε κρίσιμους καιρούς για το Γένος.

Πηγή Ιερά Μητρόπολη Μυτιλήνης

Αρχειοθήκη

Δημοφιλείς αναρτήσεις